ΔΩΡΕΑ

Γη της Πίνδου

 

 

Η ΠΙΝΔΟΣ( κάποια ιστορικά στοιχεία)

Η ονομασία Πίνδος αν και αναφέρεται από τους αρχαίους τραγικούς μας ποιητές και ιστοριογράφους όπως ο Αισχύλος, ο Πίνδαρος, ο Σοφοκλής, ο Ηρόδοτος, ο Ξενοφών κ.α. παίρνει για πρώτη φόρα τη γεωγραφική μορφή  που της αποδίδουμε μέχρι και σήμερα στην περίοδο των ελληνορωμαικών χρόνων σύμφωνα με τον Στράβωνα.

Ο Ηρόδοτος και ο Ξενοφών μάλιστα στα «Κυνηγετικά» μας πληροφορούν και για την άγρια πανίδα της περιοχής καμωμένη από λιοντάρια, πάνθηρες, λύγκες και αρκούδες.

Το όνομα ετυμολογικά Πίνδος( κατάληξη –ινδος) χαρακτηρίζει τις προελληνικές λέξεις και συγκεκριμένα είναι πελασγικής προέλευσης. Χρησιμοποιείται δε για να προσδιορίσει κυρίως ονόματα φυτών της μεσογειακής χλωρίδας, όπως κίνδος και λίνδος. Το θέμα Πινδ- το συναντάμε πέρα από αντρικά ονόματα, αλλά και ως γεωγραφικό προσδιορισμό σε όρη , ποταμούς και  πόλεις. Το σημαντικό στοιχείο είναι ότι το συναντάμε ως επίθετο και στα τρία γένη.  Γιατί άραγε να συνέβαινε αυτό;;

Πιθανότατα η χρήση του όρου Πίνδος να είχε χαρακτήρα επωνυμίας που συνόδευε το όνομα και στην πορεία να ουσιαστικοποιήθηκε. Σαν επίθετο όμως φαίνεται να είχε θρησκευτικό χαρακτήρα που σήμαινε μάλλον το θείον, το ιερόν..

Γεωλογικά η οροσειρά της Πίνδου αποτελεί μία συνέχεια των Δειναρικών Άλπεων που κυριαρχούν σε όλη την δυτική ζώνη της Βαλκανικής Χερσονήσου, της οποίας ως βόρειο άκρο της μπορεί να οριστεί το οροπέδιο της Κορυτσάς στην νοτιοανατολική Αλβανία και ως νοτιότερο σημείο της ο Κορινθιακός κόλπος. Όλο αυτό το ατελείωτο σύμπλεγμα βουνών, κορυφών, υψιπέδων, κοιλάδων και φαραγγιών που διασχίζει την ηπειρωτική Ελλάδα με κατεύθυνση Β.Δ-Ν.Α έχει μήκος που υπερβαίνει τα 300 χιλιόμετρα, με το σύνολο των κορυφών της να ξεπερνά τα 2000 μέτρα και να φθάνουν μέχρι τα 2637 μέτρα η ψηλότερη].

 Οι σύγχρονες γεωγραφικές αναφορές αν και ταυτίζουν το προαναφερόμενο ορεινό σύστημα με την Πίνδο συχνά ορίζουν ως την βορειότερη προέκτασή του το όρος Γράμμος επί της ελληνοαλβανικής μεθορίου και όχι τα γεωλογικά του όρια που εντοπίζονται στο οροπέδιο της Κορυτσάς. Δεν μπορούμε εδώ να μην αναγνωρίσουμε μία αντίληψη η οποία διαπνέεται από την έννοια ενός εθνικού χώρου οι γεωγραφικές διαστάσεις του οποίου ορίζονται βάση μίας χωροχρονικής οπτικής που διαμορφώνεται μέσα από συγκεκριμένη εθνική ιδεοληψία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα μία άκριτη, συχνά δε ατυχή επαναφορά αρχαίων ονομασιών. Συνεπώς τόσο η ονομασία Πίνδος όσο και οι ονομασίες Τύμφη, Λύγκος, Λάκμος, Κερκέτιονκ.λ.π. που φέρουν οι επιμέρους ορεινοί όγκοι που συγκροτούν ή πλαισιώνουν τη μεγάλη οροσειρά, αποτελούν κληρονομιά της λόγιας παράδοσης που επιβλήθηκε μέσω των διοικητικών και εκπαιδευτικών μηχανισμών επιτείνοντας έτσι μία υπαρκτή εδώ και αιώνες σύγχυση αναφορικά με αυτόν τον χώρο.

Ένα χαρακτηριστικό της Πίνδου το οποίο σπάνια καταγράφεται στην επίσημη ιστορία ωστόσο αποτελεί μία διαρκή συνιστώσα του ιστορικού γίγνεσθαι στον Ελλαδικό χώρο. Η μεγάλη οροσειρά από την προϊστορική εποχή και μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα υπήρξε ένας ορεινός δίαυλος που ανάλογα απομόνωνε ή συνέδεε την Βαλκανική ιστορική περιπέτεια με τον χώρο της κλασσικής Ελλάδας είτε συγκρατώντας για κάποια χρονικά διαστήματα τους λαούς που ξέβραζε στις βουνοκορφές της το βαλκανικό ντόμινο, πριν τους παραδώσει τελικά στον ελληνισμό, είτε στρέφοντας την ελλαδική ιστορική περιπέτεια βόρεια προς την Βαλκανική χερσόνησο. Για παράδειγμα τα σημαντικότερα φύλα, που αποτέλεσαν αργότερα τον κύριο κορμό των Ελλήνων των ιστορικών χρόνων, ερχόμενα κατά την προϊστορική περίοδο από τα βορειότερα σημεία της Βαλκανικής χερσονήσου είχαν εγκατασταθεί για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στην νοτιοδυτική Ιλλυρία, την δυτική Μακεδονία, την βορειοδυτική Θεσσαλία και την Ήπειρο σε περιοχές που βρίσκονταν επί της σημερινής κεντρικής ή βόρειας Πίνδου ή εφάπτονταν αυτής. Εδώ έλαβε χώρα η διαλεκτική διαφοροποίησή τους μία διαδικασία που συνδέεται άμεσα με την φυλογένεση τους και έτσι πλέον ως Ίωνες, Αιολείς, Αρκάδες , Βοιωτοί, Δωριείς, καθώς και πλήθος άλλων ονομάτων κατέκλυσαν αργότερα την Ελλάδα . Το ίδιο ακριβώς θα συμβεί και κατά του σκοτεινούς αιώνες του μεσαίωνα δηλαδή μεταξύ του 7ου και 10ου αιώνα, μία εποχή αρκετά φειδωλή από πλευράς ιστορικών πηγών καθοριστική ωστόσο για την εθνογέννηση της πλειοψηφίας των σημερινών λαών της Βαλκανικής χερσονήσου.