ΔΩΡΕΑ

Η δεύτερη Φύση μας

Όντας προικισμένος από τη φύση με πολλές δυνατότητες ο άνθρωπος έπρεπε να υπερβεί τη σφαίρα της απλής επιβίωσης και να εισέλθει σε αυτή της δημιουργικότητας και της καινοτομίας, ενεργοποιώντας έτσι τη φυσική του ικανότητα να διαμορφώνει το περιβάλλον του προκειμένου να καλύψει τις ολοένα και πιο σύνθετες ανάγκες του.

 Όταν τα ανθρώπινα όντα άρχισαν να διαχωρίζονται από την πρώτη φύση τους( Πλειστόκαινο εποχή), η σχέση τους με τη φύση ήταν σε μεγάλο βαθμό συμπληρωματική. Παρόλα αυτά ακόμα και αυτοί οι προεγγράμματοι λαοί που συχνά γίνονται αντικείμενο μυστικιστικής λατρείας για τη βαθειά σύνδεση τους με τη Φύση τροποποιούσαν το άγριο περιβάλλον όπου ζούσαν.

 Οι πρώιμοι κυνηγοί κατά τον Stephen J.Pyne στην άκρως ενδιαφέρουσα μελέτη του, φαίνεται να μην ήταν και τόσο αφοσιωμένοι στην συντήρηση των αρχέγονων δασών.Οι κυνηγοί-τροφοσυλλέκτες χρησιμοποιούσαν φωτιά σε μεγάλη κλίμακα για να δημιουργήσουν βοσκότοπους για φυτοφάγα ζώα.

 Η διαφορά βέβαια έγκειται ότι ο τότε άνθρωπος χρησιμοποιούσε τις ικανότητες του, μη έχοντας πλήρη επίγνωση του δυνάμει «κυρίαρχου» ρόλου του. Αλλά λειτουργώντας ενστικτωδώς σαν στοιχείο της φύσης, σαν ένα προικισμένο θηλαστικό….Δεν μπορούμε να κατηγορήσουμε μια τίγρη η οποία τρώει αντιλόπες σωστά;

 Στην πορεία τους οι άνθρωποι γίνονται δημιουργοί μια δεύτερης φύσης, εντός της πρώτης και την νοούν ως κ ο ι ν ω ν ί α. Το κοινωνικό σύστημα γίνεται επομένως ο καθοριστικός παράγοντας κατά την αλληλεπίδραση ανθρώπου-φύσης. Για παράδειγμα, από τη στιγμή που η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και ο ανταγωνισμός είναι αποδεκτά, εκ των πραγμάτων οδηγούμαστε σε μια λογική κυριαρχίας και εκμετάλλευσης της φύσης ή των πιο αδύναμων πλασμάτων που την απαρτίζουν.

 Και όμως δεν έχει περάσει πολύς καιρός που ακόμη και στις δικές μας ορεινές κοινότητες παρατηρούταν, μια οικολογική ευαισθησία προϊόντος της στενής επαφής καθώς και της  σχέσης βιωματικής εξάρτησης από το φυσικό περιβάλλον. Μια σχέση που την έχει περιγράψει άριστα  ο Κορνήλιος Καστοριάδης με τα εξής λόγια:

«Στη χώρα απ` όπου προέρχομαι, η γενιά των παππούδων μου δεν είχε ακούσει ποτέ να γίνεται λόγος για μακροπρόθεσμη σχεδιοποίηση, για εξωτερικότητες, για μετακίνηση των ηπείρων ή για διαστολή του Σύμπαντος. Όμως, εξακολουθούσαν, και στα γηρατειά ακόμη, να φυτεύουν ελιές και κυπαρίσσια, χωρίς να τους απασχολούν ζητήματα κόστους και απόδοσης. Ήξεραν ότι θα πέθαιναν, έσκαβαν όμως τη γη για τους επερχόμενους, αλλά ίσως και για τη γη την ίδια.

 Ήξεραν ότι, οποιαδήποτε "ισχύ" κι αν είχαν, η ισχύς αυτή δεν είχε ευεργητικά αποτελέσματα αν αυτοί δεν υπάκουαν στις εποχές, αν δεν πρόσεχαν τους ανέμους και δεν σέβονταν την ευμετάβολη Μεσόγειο, αν δεν έκοβαν τα δέντρα την ώρα που έπρεπε και δεν άφηναν το μούστο τον καιρό που χρειαζόταν για να βράσει. Δεν σκέφτονταν με όρους απειρότητας - ίσως να μην καταλάβαιναν και την έννοια της λέξης• όμως δρούσαν, ζούσαν και πέθαιναν σε ένα χρόνο αληθινά χωρίς τέλος. Προφανώς η χώρα δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί.»

 Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να μην είχαν μια οργανωμένη θεωρία που να πλαισιώνει τις δράσεις τους, είχαν όμως μια αίσθηση του «κοινού ανήκειν» και τη βιωματική επίγνωση του ορίου των φυσικών πόρων, ως απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης του κοινωνικού συνόλου. Στην εποχή μας τα  κ ο ι ν α είναι τα βουνά, τα δάση μας, τα ποτάμια, οι θάλασσες μας και οφείλουμε να τα βιώνουμε ως κ ο ι ν ο κτήμα.

 Χρειαζόμαστε μια επανεπινόηση της φύσης, με τον άνθρωπο εντός της ως συνείδηση της και όχι ως κυρίαρχο της.