ΔΩΡΕΑ

Γιατί πρέπει να συντηρούμε τα ξεχασμένα στο χρόνο Μονοπάτια;

Για αρκετούς ανθρώπους στις μέρες μας οποιαδήποτε παρέμβαση στο φυσικό περιβάλλον θεωρείται κάτι σαν ιεροσυλία. Για ακόμη περισσότερους η επαφή με τη φύση λαμβάνει τα χαρακτηριστικά επίσκεψης σ’ ένα εξωτικό πλαίσιο όπου μπορούν να θαυμάσουν, κάτι εξωτερικό από την ίδια την ύπαρξη τους.

Οι άνθρωποι πάντοτε όμως έκαναν επεμβάσεις στο περιβάλλον τους ως αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης που είναι. Στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας τους οι επεμβάσεις αυτές, με συνοδοιπόρο την τέχνη ή τη μαστοριά ήταν αρμονικές. Σταδιακά όμως η τέχνη μετατρέπεται σε τεχνική και η τελεολογική αντίληψη της φύσης,-με τα καλά και τα κακά της- δίνει τη θέση της σε μια μηχανιστική αντίληψη.

Πρωτεργάτης σε αυτήν τη γραμμή σκέψης ο Γαλιλαίος. Με την εμφάνιση του νευτωνικού συστήματος ιδεών θριάμβευσε μια νέα καθολικότητα, επιθυμώντας έναν ευρύτατο έλεγχο της φύσης με σκοπό την καλύτερη κατανόηση της. Αυτή η λογική με τη σειρά της επηρέασε όλες τις επιστήμες. Ο πειραματικός διάλογος με τη φύση, που η νεότερη φυσική ανακάλυψε συνεπάγεται μάλλον δράση ή και παρέμβαση παρά παθητική παρατήρηση.

Ο διάλογος αυτός με τη φύση, η οποία «ανακρίνεται» στο μέτρο, στο βάθος και ανάλογα των δυνατοτήτων της οπτικής του πειραματιστή που κατευθύνει το πείραμα, αντλώντας μόνο συγκεκριμένες πληροφορίες, αφήνει έξω αναγκαστικά τα υπόλοιπα «δεδομένα» ή τις απαντήσεις της φύσης ως δευτερεύουσες ή μάταιη φλυαρία. Η φύση βέβαια που απευθύνονται οι ερωτήσεις της πειραματικής διαδικασίας είναι απλοποιημένη, ακρωτηριασμένη και προκατασκευασμένη σε ορατά πλαίσια.

Από εδώ και πέρα ο άνθρωπος που περιγράφει με αντικειμενικό τρόπο τη φύση, δεν είναι δυνατό να αποτελεί μέρος της, αλλά έναν εξουσιαστή από τα έξω ή στην καλύτερη περίπτωση παρατηρητή-θαυμαστή. Προσπαθούμε να ξανά ανοίξουμε τα μονοπάτια στα βουνά λοιπόν..Γιατί; Για να τα κάνουμε καλύτερα σημεία ως προς παρατήρηση, όπως τα άγρια ζώα παρατηρούνται στους ζωολογικούς κήπους των μεγάλων αστικών κέντρων;

Τα βουνά δεν είναι μοναχά ένα πεδίο. Δεν είναι μονάχα μια εκδρομή. Τα βουνά για εμάς είναι οι κοινότητες τους που ερημώνονται, οι άνθρωποι τους που για αιώνες, υπερασπίζονταν, αυτοδιοικούνταν και αλληλοϋποστηρίζονταν, γλεντούσαν στα πανηγύρια τους και παρήγαγαν πολιτισμό, που συναποφάσιζαν για την ευημερία του τόπου τους, που γνώριζαν πως αν δεν διαφυλάξουν κάποιες ζώνες του δάσους θα έχουν πρόβλημα στην πορεία του χρόνου, διατηρώντας μια βιωματική αειφορία όπως πολύ εύστοχα ορίζει ο Βασίλης Νιτσιάκος.

Μια αειφορία, η οποία προκύπτει από την πρακτική γνώση, βιωματικά και έχει μόνο έναν στόχο, την αναπαραγωγή της κοινότητας. Μια αειφορία, που δεν αποτελεί θεωρητική γνώση που λαμβάνεται μέσω επιστημονικών ερευνών και εγχειριδίων, αλλά γνώση ζωής. Τα βουνά για μας αποτελούν την ενότητα φύσης και λαϊκού πολιτισμού.

Πάντοτε κατοικούνταν από τους ανθρώπους και σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά απειλούνται από ερημοποίηση και φθηνή, εμπορική και τεχνοκρατική εκμετάλλευση. Είναι επομένως τελείως διαφορετικό πράγμα η ύπαρξη ενός μονοπατιού που θα συνδέει κοινότητες, από την πραγματικά παράλογη πεποίθηση ορισμένων καλόψυχων ανθρώπων, που βλέπουν ανάκαμψη του φυσικού περιβάλλοντος, όπου δεν υπάρχει καμία απολύτως παρέμβαση.

Όπως επίσης την ακόμη πιο βάναυση λογική επιχειρηματικής εκμετάλλευσης χωρίς όρους και προϋποθέσεις και χωρίς τη συμμετοχή της κοινότητας. Ακόμη ομως και η απόλυτα φυσική ανάκαμψη της βαθιάς οικολογίας όταν γίνεται, δεν μεταφράζεται σε τίποτα παραπάνω για τον ντόπιο που ζούσε απ’ το χωράφι του, παρά ως ερήμωση, οικονομική, πολιτισμική και κοινωνική.

Δεν μπορεί να υπάρχει δηλαδή μόνο το μαύρο της βιομηχανικής και το άσπρο της μηδενικής παρέμβασης. Για την πραγματική οικολογία και την τοπική γνώση η μείωση ή εξαφάνιση της γεωργικής δραστηριότητας για παράδειγμα απειλεί τη συνολική βιοποικιλότητα.

Η ύπαρξη ενός μονοπατιού παλιότερα ήταν επιβίωση, σήμερα όμως είναι πολιτισμός και αρμονική, βιώσιμη ανάπτυξη της περιοχής. Αλληλεπιδρούμε με τη φύση διαλεκτικά ως άνθρωποι που ζούμε, αγαπάμε, πονάμε και δημιουργούμε εντός της, ως ένα κομμάτι του σύνθετου μωσαϊκού της.

Με εκτίμηση, Γιώργος Λούκας